Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα συστημική προσέγγιση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα συστημική προσέγγιση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 17 Ιανουαρίου 2010

Μείωση της Ύλης:: Συστημική Σκέψη στην Εκπαίδευση ΙΙ

Πρόσφατα, το Υπουργείο Παιδείας
ζήτησε από το ΠΙ να κάνει προτάσεις για τη μείωση της ύλης στην Πρωτοβάθμια και τη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση από το ακαδημαϊκό έτος 2010-11. Κατά την άποψή μου, ένα τέτοιο αίτημα παραπέμπει σε σειρά ερωτημάτων του τύπου: «Τι» να μειώσουμε, «πώς» και «γιατί», δηλαδή «με ποια κριτήρια;» Κατ΄ αρχήν, όμως, παραπέμπει στο ερώτημα τι εννοούμε με τον όρο «μείωση της ύλης»; Εννοούμε περικοπή κεφαλαίων και ενοτήτων ή επισήμανση και πρόταξη των ουσιωδών και απαραίτητων; Κατά την άποψή μου πρέπει να επιλέξουμε το δεύτερο για δύο λόγους:
• Η διαγραφή, στην ουσία, παραπέμπει σε νέα σχολικά βιβλία και εγκυμονεί τον κίνδυνο οι εκπαιδευτικοί να παραβλέπουν μέρη της ύλης που μπορεί να είναι βοηθητικά για τους δικούς τους μαθητές. Αναφέρω την εμπειρία μου ως Σχολικής Συμβούλου το 2001, όταν το ΠΙ έστειλε τις προτάσεις για περικοπές της ύλης στα διάφορα μαθήματα. Τότε, δεχόμουν ερωτήματα για κεφάλαια και γραμματικά φαινόμενα στο μάθημα της Γλώσσας που είχαν αφαιρεθεί.
• Με τη διαγραφή ακυρώνεται ο παιδαγωγικός ρόλος τους εκπαιδευτικού.

Θέματα που αφορούν στην ύλη των μαθημάτων
, συναρτώνται με το ίδιο το Αναλυτικό Πρόγραμμα. Αποφάσεις για τη μείωση της ύλης καλούν για την υιοθέτηση μοντέλων λήψης απoφάσεων (curriculum decision making). Στην παρούσα πρόταση υιοθετώ το μοντέλο της τεχνικής λογικής και συστημικής σκέψης στη λήψη αποφάσεων (Mc Neil, Contemporary Curriculum in Thought and in Action, 2006, 97). Στον πυρήνα του μοντέλου αυτού βρίσκεται «η ανάλυση αναγκών». Σύμφωνα με τη διαδικασία ανάλυσης αναγκών, πρέπει ν΄ ακολουθήσουμε τα εξής βήματα:
1. Να καταρτίσουμε έναν πίνακα από στόχους και προτεραιότητες με ιδεοθύελλα.
2. Στη συνέχεια να επικεντρωθούμε σε βασικούς άξονες – περιοχές προτεραιότητας.
3. Να καθορίσουμε επίπεδα αποτελεσματικότητας και επίτευξης ανά άξονα προτεραιότητας.
4. Να μεταγράψουμε τις προτάσεις και τους σχεδιασμούς μας σε υλοποιήσιμο έργο.
Χωρίς να υπαινίσσομαι ότι η εισήγησή μου είναι δεσμευτική δίνω ένα παράδειγμα μείωσης της ύλης στα μαθήματα του Δημοτικού Σχολείου.

ΒΗΜΑΤΑ ΣΥΣΤΗΜΙΚΟΥ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΥ ΓΙΑ ΤΗ ΜΕΙΩΣΗ ΤΗΣ ΥΛΗΣ


1. Ιδεοθύελλα στόχων: Η μείωση της ύλης να λάβει υπόψη της:
  •  Τις εκπαιδευτικές προτεραιότητες που καταγράφονται στα ΔΕΠΠΣ που είναι: η διαθεματικότητα, το ενιαίο (συνοχή) από μάθημα σε μάθημα και από τάξη σε τάξη στο ίδιο μάθημα και το πλαίσιο. Τονίζω ότι η έννοια «του πλαισίου» (Πλαίσιο Προγραμμάτων Σπουδών) προδιαγράφει ρητά τη μερική αυτονομία του εκπαιδευτικού ως προς την επιλογή της ύλης. Αναφέρω ως παράδειγμα το μάθημα της Γλώσσας. Άρα, το ΠΙ πρέπει να δώσει γενικές κατευθύνσεις και κριτήρια ανά μάθημα, με βάση τα οποία κάθε εκπαιδευτική μονάδα και εκπαιδευτικός να μπορεί να εξειδικεύει στις ιδιαιτερότητες των μαθητών. Με δεδομένο ότι κάθε σχολική μονάδα έχει ιδιαιτερότητες, πρέπει να αποφύγουμε τον αυστηρό πλαίσιο κανονιστικών οδηγιών.
  •  Διασφάλιση της συνοχής, του ενιαίου. Πρέπει οπωσδήποτε με τη μείωση την ύλης να μην απολέσουμε το ενιαίο. Πώς θα το πετύχουμε αυτό; Κατά την άποψή μου, πρώτα με ενδο-τμηματική συζήτηση και στη συνέχεια με δια-τμηματικές επιτροπές εργασίας στο ΠΙ. Οι επιτροπές αυτές πρέπει να έχουν κοινά κριτήρια και αρχές , για να εργασθούν. Το έργο είναι σοβαρό και χρονοβόρο, διότι εμπεριέχει φάσεις της διαδικασίας συγγραφής νέου ΑΠ και σχολικών βιβλίων.
  •  Τη φύση του γνωστικού αντικειμένου: το κύρος και τη βαρύτητα που έχει στο Αναλυτικό και το Ωρολόγιο Πρόγραμμα. Για παράδειγμα, η Μελέτη Περιβάλλοντος (ΜτΠ), ως προς τη φύση της, είναι κατ΄ εξοχήν διαθεματικό, σπονδυλωτό γνωστικό αντικείμενο, κάθε σπόνδυλος αποτελεί ξεχωριστή θεματική ενότητα που διασυνδέεται χαλαρά με την προηγούμενη ή την επόμενή της. Από την άλλη, στη ΜτΠ ακολουθείται αυστηρά η σπειροειδής, προοδευτική μελέτη των θεμάτων. Με ποια κριτήρια, λοιπόν, εισηγείται κανείς την πρόταξη κάποιων ενοτήτων; Η Γλώσσα και τα Μαθηματικά έχουν το μεγαλύτερο κύρος στο πρόγραμμα. Και σ΄ αυτά τα μαθήματα ισχύει κάτι ανάλογο με τη σπειροειδή διάταξη της ύλης. Πώς θα περικοπεί ή θα προταχθεί ύλη χωρίς να χαθεί το ενιαίο;
  •  Τα χαρακτηριστικά της ομάδας στόχος (μαθητές-εκπαιδευτικοί-γονείς). Οι δάσκαλοι χρειάζεται να επικεντρωθούν στο ουσιώδες και το απαραίτητο. Το ίδιο και οι μαθητές. Οι γονείς δεν έχουν εξειδικευμένη γνώση, για να βοηθήσουν τα παιδιά τους στο σπίτι. Με τις εξωσχολικές δραστηριότητες που έχουν τα παιδιά τους και την καταιγιστική πληροφόρηση που αυτά δέχονται από πολλαπλές πηγές, ζητούν κι οι ίδιοι οι γονείς το ουσιώδες, απλό και κατανοητό· αυτό που να μπορεί να διδάσκεται και να μαθαίνεται στο σχολείο με την καθοδήγηση του δασκάλου, όχι με την εργασία του γονέα στο σπίτι.
  • Με βάση τα παραπάνω, οι ομάδες εργασίας του ΠΙ πρέπει να ξαναδούν το ΑΠ και να επικεντρωθούν στο απαραίτητο και το ουσιώδες. Να προτείνουν τα απαραίτητα με κριτήριο τους στόχους προτεραιότητας που θέτει το ίδιο το γνωστικό αντικείμενο και οι ανάγκες των μαθητών. Έτσι θα παρέχουμε στον εκπαιδευτικό με έμπρακτο τρόπο ένα γενικό πλαίσιο και τα περιθώρια να προσαρμόσει τις προτάσεις του ΠΙ στην δική του μαθητική ομάδα.
  • Χρονοδιάγραμμα: Πρέπει να τηρηθεί, για να προετοιμαστεί κατάλληλα και έγκαιρα η σχολική κοινότητα. Οι οδηγίες πρέπει να φτάσουν στα σχολεία τον Μάρτιο 2010, πριν από το Πάσχα.
  • Προετοιμασία της ομάδας – στόχος: πρέπει οι σχολικοί σύμβουλοι να ενημερωθούν πρώτοι με εγκύκλιο ηλεκτρονικά. Να προλάβουν να προετοιμαστούν και να προετοιμάσουν και τους εκπαιδευτικούς.
  •  Αναμενόμενα αποτελέσματα (προβλέψεις)
  •  Έλεγχος της εφαρμογής της παρέμβασης.

2. Άξονες –στόχοι προτεραιότητας
Συνοψίζοντας,  θα έλεγα ότι από τα παραπάνω προκύπτει ότι, κατά τη διαδικασία επεξεργασίας της διδακτέας ύλης, προτεραιότητες αποτελούν:
  •  Η τήρηση του ενιαίου της ύλης. Άρα, διατμηματικές επιτροπές.
  •  Η επικέντρωση στο ουσιώδες. Πρόταση για τα απαραίτητα, για το τι να διδαχθεί κατά προτεραιότητα, όχι για το τι δεν θα διδαχθεί.
  •  Έγκαιρη ενημέρωση και προετοιμασία της εκπαιδευτικής κοινότητας.
  • Προβλέψεις για αναμενόμενα αποτελέσματα.

Σάββατο 26 Δεκεμβρίου 2009

Θεωρία του Διδακτικού Σχεδιασμού: Η Συστημική Σκέψη στην Εκπαίδευση I- Instuctional Systems Design

Instructional design theory is an interdisciplinary theory that emerges from the contribution of theories of learning and instruction. As such, instructional design develops as multiple theories and models of instruction that offer explicit guidance on how to help people learn and develop. Instructional design theories are design-oriented, they have methods, which are situational and they specify conditions and desired outcomes.
Our study has two aims. The first one is to provide a historical account of the status of instructional design theory the last fifty years. The nature of instructional design has changed dramatically during this time due to the influence of two different epistemologies: positivism and constuctivism. Positivism characterizes the old paradigm of instructional design theory, whereas constuctivism the new one. The contribution of both paradigms is discussed.
The second aim is to set explicit recommendations for the development of instructional design theory and its best utilization in everyday teaching.

Είναι βέβαιο ότι ένας πολύ μικρός αριθμός ειδικών που μελετούν τον τομέα της «από απόσταση εκπαίδευσης» ίσως γνωρίζει ότι ο Jean-Jacques Rousseau ήταν από τους πρώτους παιδαγωγούς που παρέδιδε μαθήματα βιολογίας «δι΄ αλληλογραφίας», μια πρακτική που επεκτάθηκε τον 19ο αιώνα στη διδασκαλία ξένων γλωσσών (Flechsig, 1997, 32). Ανάλογου περιεχομένου γεγονότα αποτελούν ένα μόνο μικρό μέρος από παραδείγματα ιστορικής και πολιτισμικής κληρονομιάς ενός διακριτού κλάδου , σχεδόν άγνωστου στη χώρα μας• της «Συστημικής Προσέγγισης του Διδακτικού Σχεδιασμού» (Instructional Systems Design) ή της «Θεωρίας του Διδακτικού Σχεδιασμού» (Instructional Design Theory).

Ο Διδακτικός Σχεδιασμός αποτελεί διεπιστημονικό κλάδο, ο οποίος διαμορφώνεται από τη σύμπραξη επιμέρους θεωριών για τη διδασκαλία και για τη μάθηση, έχει δε ως στόχο τη διασφάλιση της μάθησης μέσω κανονιστικών διδακτικών προδιαγραφών.
Ο Διδακτικός Σχεδιασμός, αν και σχεδόν άγνωστος στη χώρα μας, αποτελεί κλάδο με πενήντα τουλάχιστον έτη ενεργούς ακαδημαϊκής και ερευνητικής δραστηριότητας στις ΗΠΑ, τη γενέτειρά του, αλλά και στην Αυστραλία και στην Ευρώπη, κυρίως στη Βρετανία, στη Γερμανία και στην Ολλανδία.
Η σημασία της θεωρίας του Διδακτικού Σχεδιασμού για την προώθηση της μάθησης, η συμβολή της στην εκπαίδευση και η σχεδόν παντελής απουσία της από την ελληνική βιβλιογραφία είναι τρεις από τους λόγους που οδήγησαν στην υλοποίηση της παρούσας εργασίας. Ένας πρόσθετος, και εξίσου σημαντικός λόγος, είναι ότι η θεωρία του Διδακτικού Σχεδιασμού συνδέθηκε από τη δημιουργία της με την παραγωγή, την εφαρμογή και την αξιολόγηση διδακτικών μέσων παλαιάς (π.χ. έντυπο υλικό) και σύγχρονης τεχνολογίας (π.χ. ψηφιακό υλικό). Επομένως, μπορεί να αποτελέσει άριστο θεωρητικό πλαίσιο για την παραγωγή και την αξιολόγηση σχολικών εγχειριδίων στη χώρα μας (McNeil, 1996• Κουλουμπαρίτση, 2003• Κουλουμπαρίτση, 2005).
Η παρούσα εργασία έχει ως στόχο να παρουσιάσει το θεωρητικό υπόβαθρο και τις πρακτικές εφαρμογές της θεωρίας του Διδακτικού Σχεδιασμού. Συγκεκριμένα, επιδιώκει να δώσει απαντήσεις σε τρία ερωτήματα:
1. Τι είναι η θεωρία του Διδακτικού Σχεδιασμού;
2. Ποια τα προσδιοριστικά της χαρακτηριστικά;
3. Ποια είναι η συμβολή της στην παιδαγωγική θεωρία και πράξη;

Για περισσότερα βλ.: Αλεξάνδρα Χ. Κουλουμπαρίτση (2009) Η θεωρία του Διδακτικού Σχεδιασμού: Προς μία "Συνδετική Επιστήμη" Μέντορας, 11, 93-111, στο www.pi-schools.gr Εκδόσεις